Η τέχνη του VJ, ξεκινώντας στα clubs της Ιαπωνίας στα τέλη του 20ου αιώνα, είναι μία καθαρά διαδραστική και αυτοσχεδιαστική ταυτοχρονα μορφή τέχνης. Ο Vj έχει μια διαδραστική σχέση με τον χώρο και αντιδρά στην μουσική που παράγει ο DJ. Εκφράζεται χρησιμοποιώντας το φως, την κίνηση, τον ήχο(μουσική), τη διαδραστικότητα και επιπροσθέτως το "ζωντανό χρόνο" (real-time). Ο Vj δεν διαφέρει πολύ από ένα Dj. Όσον αφορά τουλάχιστον τον τρόπο με τον οποίο συνθέτει. Τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι τα πιο κοντινά θα έλεγε κανείς στην πιο διαδεδομένη πλατφόρμα επικοινωνίας με τη μηχανή που χρησιμοποιεί πλέον ο άνθρωπος, το πληκτρολόγιο. Όταν γράφουμε στο πληκτρολόγιο, ακόμη και σε αυτό το πρωτόγονο format της λέξης και των τυπογραφικών χαρακτήρων, μερικές απο τις πρώιμες εξελίξεις στον τομέα των γραφικών περιβαλλόντων χρήστη (GUI) αντικατοπτρίζονται όχι μόνο στο πώς γράφουμε, αλλά και στο πώς πρέπει να τοποθετηθούν οι λέξεις και οι ιδέες που βρίσκονται στο μυαλό μας. O Alan Kay, o Douglas Engelbert, o Ivan Sutherland, ήταν οι πρώτοι που ανέπτυξαν το GUI τρεις δεκαετίες πριν με το αντικειμενοστραφή προγραμματισμό, την ηλεκτρονική γραφίδα το CAD κ.α. αυτά τα εργαλεία ακριβώς που χρησιμοποιούνται στις εγκαταστάσεις και τα έργα που αναφέρουμε και τα οποία παρέχουν στον χρήστη τη δυνατότητα να διαδράσει με τα εικονίδια και τα αντικείμενα μιας οθόνης. Αλλά αυτό το οποίο κατάφεραν τελικά ήταν κάτι παραπάνω απο ένα απλό εργαλείο δουλειάς, μία απλή τεχνολογική εξέλιξη. Η δουλειά τους μας δίνει πλέον την δυνατότητα να εισχωρήσουμε και να κινηθούμε μέσα στον κόσμο της οθόνης της ίδιας. Tο γλωσσικό περιβάλλον γίνεται υπερκείμενο. Το ζωντανό κοινό του Vj γίνεται κινούμενη εικόνα μετεμψυχώνεται και συγχέεται με την υπόλοιπη αποκωδικοποιημένη πληροφορία σε μία οθόνη, στον αέρα, ή σε μία όψη κτηρίου. Θα ΄λεγε κανείς ότι "το Dj'ing είναι γραφή και η γραφή ειναι Dj'ing". Η συνέχεια θα μπορούσε να αποτυπωθεί στο μαθηματικό σύμβολο του John Wallis και στην λωρίδα του Mobius, αλλά δεν υπάρχει συνέχεια, υπάρχει μόνο η κωδικοποιημένη πληροφορία στη μνήμη και αυτή είναι που εμψυχώνεται. Η γραφή εξάλλου σταμάτησε να χρησιμοποιείται στα τέλη των 70's και για αυτό ειναι υπεύθυνα πάνω κάτω τα ίδια άτομα που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Παράλληλα με την είσοδο του VJ, με το μη-γραμμικό editing, το πέρασμα απο το αναλογικό στο ψηφιακό και την κεντρική χρήση του υπολογιστή εισάγεται στις οπτικές τέχνες η έννοια του "παιχνιδιου" (jeu) (Schaeffer) ενός όρου που αφορούσε αποκλειστικά τη μουσική (αυτοσχεδιασμός/samples) μέχρι πρότεινος και φυσικά τις θεατρικές τέχνες. Το παιχνίδι "είναι ο αυθόρμητος τρόπος με τον οποίο η καθημερινή ζωή εμπλουτίζει τον εαυτό της, η συνειδητή μορφή ξεπεράσματος της θεαματικής τέχνης [...]". "Η απόλαυση μέσα από τη διάδραση με τα αντικείμενα του χώρου" . Αυτό που κάποτε ήταν ο πυρήνας της musique concréte, προάγγελου της κουλτουρας του sampling και του DJ, τώρα εισέρχεται πλέον στον οπτικό χώρο και γενικότερα στον χώρο των διαδραστικών εγκαταστάσεων και της media art. Στη μουσική αυτό έγινε με την αποδέσμευση απο τη κλασσική παρτιτούρα. Η μουσική διαμορφωνόταν μέσα από το παιχνίδι με τα έτοιμα προηχογραφημένα ηχητικά αποσπάσματα. Την ίδια διαδικασία που χρησιμοποιεί πλέον ένας VJ, μόνο που τα samples έχουν αντικατασταθεί με εικόνες, αποσπάσματα βίντεο ή ζωντανό υλικό απο τον χώρο όπου τοποθετειται η δράση του. Τέλικα όλα έχουν να κάνουν με την ανάγκη της επανερμηνείας. Στην αρχή εφευρέθηκε η μηχανική αναπαραγωγή του μουσικού έργου - ο φωνόγραφος και οι μεταγενέστερες γνωστές αναπροσαρμογές του. Αλλά η στείρα επανάληψη χωρίς ανανέωση προδικάζει το θάνατο και με τον κορεσμό στην προσπάθεια για ικανοποίηση της συγκεκριμένης ανάγκης, εφευρέθηκε κάτι νέο, το remix.
Τι είναι το remix; Βασικό εργαλείο στη μίξη του ήχου είναι η κονσόλα μίξης. Εκεί γίνεται το remix. Αυτή μπορεί να είναι αναλογική, ψηφιακή, φυσική, τεχνητή η νοητική όπως θα δούμε στη συνέχεια. Μορούμε να φέρουμε στο μυαλό μας την παράδοση της ερώτησης και της απάντησης της jazz μουσικής για να κατανοήσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του. Το remix προφανώς τότε είναι η απάντηση στην ερώτηση, η ανάκλαση της μουσικής φράσης. Είναι η απαγγελία του James Joyce ηχογραφημένη στο βινύλιο με το χαρακτηριστικό κροτάλισμα της βελόνας του πικάπ πάνω από τους ambient ποταμούς των χαλασμένων cd των Oval, ή ο ήχος από τις συχνότητες της αστυνομίας και των κινητών τηλεφώνων όλου αυτού του αστικού ηχητικού τοπίου του Scanner μπλεγμένες με τη φωνή του W. Burroughs. Δεν είναι τιποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο από την - φυσική - μορφή μιας ιδέας, μιας νοητικής σύλληψης, πλασμένη στην κονσόλα του DJ.